Η παρακάτω συζήτηση στο forums.gr κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί σαν μια εισαγωγή στη θεματική που φιλοδοξεί να αναπτύξει αυτό το blog. Συγκεκριμμένα θίγει:
- τον ορισμό του "έθνους" και τη διαφορά των εννοιών "nation" και "ethnic group"
- τον προσδιορισμό και την παλαιότητα της ελληνικής
(ή νεοελληνικής;) εθνότητας
- τη σχέση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους Έλληνες
- την ιστορία του ονόματος Έλληνες
- το ζήτημα των ονομασιών Ρωμαίοι, Ρωμιοί, Ρωμιοσύνη
- την ανάπτυξη της ελληνικής εθνικής ιδέας από τη βυζαντινή εποχή ως τον 19ο αιώνα
- το εθνογραφικό ζήτημα της βυζαντινής αυτοκρατορίας
- τη χρήση της ονομασίας Γραικοί στο Βυζάντιο
Εκαταίος (aka Pertinax):
Η σημερινή ελληνική γλώσσα έχει μόνο μια λέξη για να περιγράψει τη συλλογική ταυτότητα ενός λαού: Το έθνος ή εθνότητα (τη λέξη "φυλή" δεν τη μετράω γιατί οδηγεί σε άλλα - εθνικιστικά, φυλετικά - μονοπάτια).
Επομένως δύσκολα γίνεται διάκριση της προνεοτερικής συλλογικής ταυτότητας και της σύγχρονης που ταυτίζεται με το Έθνος-Κράτος.
Η διεθνής επιστημονική ορολογία όμως έχει κάνει αυτή τη διάκριση:
Οι προνεοτερικές εθνότητες - πληθυσμιακές ομάδες με κοινά στοιχεία πολιτισμού - ονομάζονται Ethnies, ενώ τα σύγχρονα Έθνη λέγονται Nations.
Εν ολίγοις μια ethnie, όταν συνειδητοποιείται και ξεκινά τη διαδικασία παραγωγής μαζικής εθνικής συνείδησης, αρχίζει να μετατρέπεται σε Nation.
Η ελληνική ή ελληνόφωνη ethnie τελειοποιήθηκε σε Nation τον 18ο-19ο αιώνα (με το Διαφωτισμό, την Επανάσταση και τη δημιουργία Εθνικού κράτους).
Απο εκεί και πέρα η ουσιαστική συζήτηση επικεντρώνεται στο πόσο παλιά είναι η ελληνική εθνότητα-ethnie. Είναι Νεοελληνική (με ρίζες στο Βυζάντιο) ή αποτελεί οργανική συνέχεια της αρχαιοελληνικής;
spyscam:
Εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα! Νομίζω, εν πρώτοις, ότι δεν υπάρχει αντίρρηση στο ότι οι ρίζες της νεοελληνικής εθνότητας (όχι του Έθνους) φτάνουν μέχρι τα χρόνια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να μιλάμε για μια οργανική και αδιάσπαστη συνέχεια που φτάνει μέχρι τα χρόνια των Αρχαίων.
Δε μπορώ φυσικά να εξαντλήσω το τεράστιο αυτό ζήτημα μέσα στο πλαίσιο ενός post, αλλά εντελώς επιγραμματικά θα έλεγα ότι υπάρχει εδώ μια διαλεκτική συνέχειας / ασυνέχειας, με επικρατέστερο το στοιχείο της ασυνέχειας.
Ας πάρουμε για παράδειγμα δύο πολύ γνωστούς στίχους του Ερωτόκριτου:
"Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα
κι οπού δεν είχε η πίστη τως θεμέλιο μηδέ ρίζα"
Βλέπουμε τον ποιητή του Ερωτόκριτου να μιλάει για τους "Έλληνες" (δηλ. τους Αρχαίους) σε γ' πληθυντικό πρόσωπο. Οι Αρχαίοι είναι κάτι άλλο, ο ποιητής και οι ακροατές του δεν θεωρούν ότι είναι "Έλληνες". Τί είναι; Μα, "Ρωμαίοι" φυσικά! Χριστιανοί Ορθόδοξοι δηλαδή. Και κληρονόμοι της (Ανατολικής) Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Για περισσότερα μπορεί κανείς να διαβάσει το διαφωτιστικότατο "Οι Αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση" του Ι.Θ Κακριδή, Εκδόσεις ΜΙΕΤ.
Εκαταίος:
Θα συμφωνήσω ότι πρόκειται για μια διαλεκτική συνέχειας/ασυνέχειας.
Η ελληνική ή (σωστότερα) ελληνόφωνη ethnie, μέχρι και τον 18ο αιώνα ήταν η ρωμαίικη. Δηλαδή μια εθνοτική κοινότητα στην οποία ο επικρατέστερος συλλογικός προσδιορισμός ήταν το "Ρωμαίοι", που σήμαινε τους υπήκοους του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους ή αργότερα τους υπαγόμενους στο Ρωμαϊκό (Ρουμ) μιλλέτ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και στο Πατριαρχείο.
Ο προσδιορισμός Έλληνες υπήρχε παράλληλα, αλλά εμφανίστηκε ως τάση στους λόγιους κύκλους από τον 12ο-13ο αιώνα και μετά (σε βυζαντινούς, σε λόγιους που πέρασαν στη Δύση μετά την Άλωση, σε κορυφαίους εκπροσώπους της Ανατολικής Εκκλησίας κατά την Τουρκοκρατία) Σχετικές μαρτυρίες:
http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f...32344#p1232344
http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f...88195#p1288195
Η τάση αυτή δεν είχε απήχηση στα λαϊκά στρώματα. Στη λαϊκή γλώσσα "Έλληνες" ήταν οι αρχαίοι κάτοικοι της χώρας που ήταν ειδωλολάτρες και σε πολλές παραδόσεις (που διασώζει ο Κακριδής στο βιβλίο του) ένας μυθικός λαός με υπερφυσικές δυνάμεις που είχε χαθεί.
Κατά τη γνώμη μου, υπήρξε οπωσδήποτε χάσμα στη συνέχεια της "συνείδησης". Από την άλλη, η πολιτισμική-γλωσσική συνέχεια είναι κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι φανερή η ιστορική σύνδεση αρχαίων Ελλήνων και Ρωμιών, ακόμα και αν δεν πρόκειται για "οργανική εθνοτική συνέχεια", αλλά για "μετάλλαξη".
[Επειδή ο χαμένος κρίκος βρίσκεται στη βυζαντινή εποχή, θα έπρεπε να έχουμε καθαρότερη εικόνα για τις εθνοτικές διακρίσεις και τα εθνονύμια μέσα στην αυτοκρατορία, καθώς και για τη χρήση του ονόματος "Γραικοί"]
spyscam:
Νομίζω ότι εδώ πρέπει να διακρίνουμε δύο διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες έλαβαν χώρα σε δύο πολύ απομακρυσμένες χρονικά περιόδους:
(α) Η διαδικασία κατά την οποία το όνομα "Ρωμαίοι" υιοθετείται προοδευτικά ως οιωνεί εθνικός προσδιορισμός απ' όλους τους κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για μια αρκετά μακρόσυρτη διαδικασία, η οποία πάντως πρέπει να θεωρείται περατωθείσα το αργότερο μέχρι τη βασιλεία του Ηρακλείου. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, οι προηγούμενοι προσδιορισμοί (π.χ. "Μακεδόνες", "Θράκες", "Καππαδόκες", "Αντιοχείς", "Αλεξανδρείς" κλπ) καθίστανται δηλωτικά καταγωγής ή προέλευσης, όπως σήμερα τα "Κρητικοί", "Ρουμελιώτες", "Πόντιοι" κλπ.
(β) Η διαδικασία κατά την οποία μια μερίδα των (Ανατολικών) "Ρωμαίων" αρχίζει να επιζητά μια ευθύγραμμη σχέση με τα κλέη της ελληνικής Αρχαιότητας. Πρόκειται για μια διαδικασία που εμφανίζεται σποραδικά μεταξύ κάποιων λογίων ήδη από τον 12ο-13ο αιώνα [με καταλύτη, πιστεύω, τις νορμανδικές επιδρομές και την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους], αλλά αρχίζει να κερδίζει έδαφος μόνο σε συνάρτηση με την εμφάνιση μιας ελληνόφωνης αστικής τάξης κατά το β' μισό του 18ου αιώνα. Πρόκειται λοιπόν καθαρά για μια κλασσική περίπτωση "εθνογένεσης" και συγκρότησης ενός εθνικού μύθου.
Φυσικά, το παραπάνω σχήμα δεν αποτελεί παρά μια εντελώς χοντρική περιγραφή, η οποία βεβαίως και πρέπει να εξειδικευτεί σε μια σειρά ζητήματα. Είναι πράγματι πολύ σημαντικό να ερευνήσουμε (αλλά και να ερμηνεύσουμε) τις ποικίλες εθνοτικές ονομασίες των επιμέρους πληθυσμών που (αυτο)προσδιορίζονται ως Ρωμαίοι-Ρωμιοί, τόσο στο πλαίσιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όσο και σε αυτό της Οθωμανικής.
Και είναι όντως πολύ εύστοχη η παρατήρηση ότι ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δώσουμε στο όνομα "Γραικοί". Αν υπαρχει κάτι, πέρα από τη γλώσσα, που καταδεικνύει την όποια ευθύγραμμη σχέση των σημερινών Ελλήνων με τους Αρχαίους, αυτό δεν είναι παρά η αδιατάρακτη χρήση του ονόματος "Γραικοί" από την εποχή των Ρωμαίων μέχρι σήμερα.
Αλλά το τεράστιο αυτό θέμα δεν εξαντλείται σε μερικές παραγράφους. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν εξαντλείται ούτε σε μια διδακτορική διατριβή. Για να μπορέσουμε να διαπραγματευτούμε στοιχειωδώς όλη τη δέσμη των συναφών ζητημάτων, θα χρειαζόμασταν τουλάχιστον μισή ντουζίνα από δαύτες!
Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010
Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010
Βυζαντινή Αυτοκρατορία: μια ψεύτικη ονομασία
Ένα σύντομο χρονικό για το πώς οι ιστοριογράφοι της Δυτικής Ευρώπης παραχάραξαν το όνομα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την μετέτρεψαν σε «Βυζαντινή».
Ιερώνυμος Βόλφ: ο άνθρωπος που εισήγαγε τον όρο «Βυζαντινή αυτοκρατορία»,
109 χρόνια μετά το τέλος της (1562).
7ος-8ος αι.: Το φραγκικό Xρονικό του Fredegar αναφέρει τους Κωνσταντινουπολίτες ως Ρωμαίους. Στο κεφ. IV, 66 σημειώνεται ότι τον Ηράκλειο «διαδέχθηκε ο γιος του Κωνσταντίνος (Γ'), στη βασιλεία του οποίου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία λεηλατήθηκε άγρια από τους Σαρακηνούς».
Τέλη 8ου αι. : Στην «Ιστορία των Λογγοβάρδων» του Paul the Deacon (Παύλου Διακόνου) διαβάζουμε:
«Ο Τιβέριος (578-582) έγινε ο πεντηκοστός αυτοκράτορας των Ρωμαίων» (με πρώτο τον Αύγουστο -ΙΙΙ, 12).
«ο Ηράκλειος, γιος του Ηρακλειώνα, ανέλαβε την κυβέρνηση του Ρωμαϊκού κράτους» (IV, 36)
«Ο Κωνσταντίνος (Δ΄ ο Πωγωνάτος, 668-685) βασίλεψε στους Ρωμαίους για δεκαεφτά χρόνια» (V, 30).
Σε άλλο σημείο όμως, οι Κωνσταντινουπολίτες που εκστράτευσαν στην Ιταλία, αναφέρονται για πρώτη φορά ως Γραικοί (Graeci). (V, 7-11).
O επίσημoς τίτλος των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης ήταν
«Εν Χριστώ τω Θεώ Πιστός Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων».
περ. 830: Ο Einhard, βιογράφος του Καρλομάγνου, αποκαλεί τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄ «αυτοκράτορα Γραικών» και την αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης «Γραικική». Ήδη οι Φράγκοι έχουν καθιερώσει τα ονόματα αυτά για τους Κωνσταντινουπολίτες.
μέσα 9ου αι: Ο Νικόλαος Α΄ (858-867) είναι ο πρώτος Πάπας ο οποίος σε επιστολή του αποκαλεί τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Imperator Graecorum (αυτοκράτορα Γραικών) και όχι Romanorum (Ρωμαίων). Η ίδια αλλαγή παρατηρείται και στο Liber Pontificalis (επίσημο βιβλίο των Παπών της Ρώμης).
Το 871, ο Φράγκος ηγεμόνας Λουδοβίκος Β', σε επιστολή του, προσφωνεί το Βασίλειο Α΄ «Αυτοκράτορα της Νέας Ρώμης». Στην επιστολή αυτή προβάλλει την ιδέα ότι πραγματικός αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν αυτός που κατείχε την Παλαιά Ρώμη. Ανάμεσα στα άλλα γράφει: «Εχουμε λάβει την διοίκηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ένεκα της Ορθοδοξίας μας. Οι Γραικοί έχουν παύσει να είναι αυτοκράτορες των Ρωμαίων λόγω της κακοδοξίας τους. Οχι μόνον εγκατέλειψαν την Πόλη (της Ρώμης) και την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, αλλά επιπλέον έχουν εγκαταλείψει την ρωμαϊκή εθνικότητα, ακόμη και την λατινική γλώσσα. Εχουν μεταναστεύσει σε μιαν άλλη πρωτεύουσα και προσλάβει μια τελείως διαφορετική εθνικότητα και γλώσσα.»
Έκτοτε, σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι Δυτικοί ονόμαζαν τo κράτος των Ρωμαίων Γραικία (Graecia), τον αυτοκράτορα Imperator Graecorum (ενίοτε και με τα πιο ευγενικά Constantinopolitanus ή Novae Romae ή Romaeorum), και την Ανατολική Εκκλησία των Ρωμαίων Γραικική.
Το όνομα Graecus απέκτησε προσβλητικό περιεχόμενο και σήμαινε τον μη γνήσιο Ρωμαίο και παράλληλα τον μη γνήσιο χριστιανό, τον αιρετικό (σύμφωνα με την κοσμοθεωρία της εποχής, η έννοια της «αυθεντικής» Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προϋπέθετε την έννοια της «αυθεντικής» χριστιανικής πίστης και το αντίστροφο).
1204-1261: Μετά την Άλωση του 1204, οι Φράγκοι ονομάζουν το λατινικό πλέον κράτος της Κωνσταντινούπολης «Imperium Romaniae» (αυτοκρατορία της Ρωμανίας). Πρόκειται για ένα όνομα (Ρωμανία) το οποίο επί αιώνες χρησιμοποιούσαν οι Ανατολικοί για το δικό τους κράτος.
1562: Όπως είναι γνωστό, ο Γερμανός Hieronymus Wolf με την έκδοση του «Corpus Historiae Byzantinae», εισάγει για πρώτη φορά στη δυτική ιστοριογραφία τους όρους «Βυζάντιο» και «Βυζαντινή ιστορία». Προηγουμένως, μόνο η Παπική εκκλησία αποκαλούσε ενίοτε την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης «Byzansena». Τα ονόματα Βυζάντιο και Βυζαντινοί προσέλαβαν την ίδια υποτιμητική σημασία των ονομάτων Graecia και Graeci.
Τον ίδιο χρόνο στη Βασιλεία της Ελβετίας, η «Ρωμαϊκή ιστορία» των ετών 1204-1359, του Νικηφόρου Γρηγορά, μεταφράζεται ως εξής: «Νicephori Gregorae, Romana, hoc est (δηλαδή) Byzantina Historia»!
Μια έμπρακτη απόδειξη του τρόπου με τον οποίο η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετατράπηκε σε Βυζαντινή. Στον τίτλο διαβάζουμε: «Νικηφόρου Γρηγορά, Ρωμαϊκής, δηλαδή Βυζαντινής Ιστορίας Βιβλία 11».Την ίδια πρακτική ακολουθούν όμως και οι Νεοέλληνες. Συνήθως όταν χρησιμοποιούν το όνομα Ρωμαίοι, αναφερόμενοι στη μεσαιωνική περίοδο, το βάζουν σε εισαγωγικά και προσθέτουν την απαραίτητη διευκρίνηση: Βυζαντινοί.
16ος-17ος αι: Η μεσαιωνική ονομασία «Imperium Graecum» εξακολουθεί να υφίσταται. Ο Γάλλος Montaigne (1533-1592) χρησιμοποιεί τον όρο «Empire Grec».
Το 1648 εκδίδεται η «Βυζαντίδα» του Λούβρου (De Byzantinae Historiae Scriptoribus...).
To όνομα Βυζάντιο επικρατεί οριστικά μετά και την έκδοση της «Historia Byzantina» του Καρόλου Du Gange (1680).
18oς-20ος αι: Πολλοί ιστορικοί δεν ικανοποιούνται με την καθιερωμένη πλέον ονομασία «Βυζαντινή αυτοκρατορία» και αναζητούν άλλα, πιο ταιριαστά ονόματα:
- Ανατολική αυτοκρατορία (Anselmus Banduri)
- Μεταγενέστερη αυτοκρατορία (Βus empire, Κάρολος Le Beau)
- Ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Εd. Gibbon, J. Bury κ.α.)
- Ρωμαϊκό κράτος του Ελληνικού Έθνους (Aug. Heisenberg)
- Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (Cyril Mango)
Ο George Finley διαιρεί την «Ιστορία της Ελλάδας (146 π.Χ. - 1864)» σε περιόδους:
146 π.Χ. - 716: Greece under Romans
716 - 1453: History of the Byzantine and Greek Empires
...
Δηλαδή το 716 μ.Χ. οι Ρωμαίοι γίνονται ξαφνικά Βυζαντινοί!
Στην Ελλάδα: Τον όρο «Βυζαντινή ιστορία» τον χρησιμοποίησε πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής (Πρόδρομος Ελληνικής Βιβλιοθήκης, σ. 67, 1805) και τον καθιέρωσε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος με το βιβλίο του «Βυζαντιναί Μελέται» (1857).
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο εθνικός μας ιστορικός, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, δεν δεχόταν το όνομα «Βυζαντινή αυτοκρατορία» και προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να καθιερώσει τον τίτλο «Ελληνική Αυτοκρατορία των Μέσων Χρόνων». Χαρακτηριστικά γράφει: «...η δε προσηγορία των Βυζαντινών επενοήθη υπό των Δυτικών, από των οποίων παρελάβομεν ημείς οι νεώτεροι άχρι τούδε. Πρέπει άραγε να εξακολουθήσωμεν μεταχειριζόμενοι αυτήν; Εν πρώτοις συνδέεται μετά χλευαστικών και περιφρονητικών εκδοχών, αίτινες τοσούτον μετ' αυτής συνεπάγησαν, ώστε είναι σχεδόν αδύνατον να χωρισθώσιν απ' αυτής. Και έπειτα δεν ηξεύρω διατί να ονομάσωμεν την μεγάλην εκείνην και ένδοξον περίοδον του Ελληνισμού δια προσηγορίας ξενικής, ην ουδέποτε απεδέχθησαν αι τότε γενεαί...» [Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γ΄, σ. 19 κ.ε.]
Μόνο που «οι τότε γενεές» δεν αποδέχτηκαν ούτε την προσηγορία «ελληνική αυτοκρατορία»...
Ένα ακόμα τρανταχτό παράδειγμα της παραποίησης του ιστορικού ονόματος της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: στην αγγλική έκδοση του έργου του Άραβα ιστορικού Ibn Khaldun («An Arab Philosophy of History, Selections from The Prolegomena of Ibn Khaldun of Tunis, 1332-1406»), το αραβικό όνομα Ρουμ (Ρωμαίος) μεταφράζεται Roman μέχρι την εποχή του Ηρακλείου (610-641) και Byzantine μετά τον Ηράκλειο!!!
Το κερασάκι βέβαια είναι ότι η ανταγωνίστρια της ανατολικής αυτοκρατορίας στο ζήτημα της ρωμαϊκής ονομασίας και κληρονομιάς, η αυτοκρατορία των Φράγκων και των Γερμανών, εξακολουθεί να ονομάζεται κανονικά «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία». Αυτό είναι κανόνας σε όλα τα ιστορικά βιβλία της Ευρώπης και της νεότερης Ελλάδας, η οποία ακολουθεί τυφλά σε πολλά θέματα την ευρωπαϊκή οπτική. Και όχι μόνο αυτό αλλά και το κράτος των Σελτζούκων Τούρκων στη Μικρά Ασία ονομάζεται «Σουλτανάτο του Ρουμ» και το λατινικό κράτος της Κωνσταντινούπολης ονομάζεται «Αυτοκρατορία της Ρωμανίας». Το κράτος όμως που ήταν η οργανική συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και η πραγματική Ρωμανία, είναι πλέον γνωστό σαν «Βυζάντιο» και «Βυζαντινή αυτοκρατορία»...
109 χρόνια μετά το τέλος της (1562).
7ος-8ος αι.: Το φραγκικό Xρονικό του Fredegar αναφέρει τους Κωνσταντινουπολίτες ως Ρωμαίους. Στο κεφ. IV, 66 σημειώνεται ότι τον Ηράκλειο «διαδέχθηκε ο γιος του Κωνσταντίνος (Γ'), στη βασιλεία του οποίου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία λεηλατήθηκε άγρια από τους Σαρακηνούς».
Τέλη 8ου αι. : Στην «Ιστορία των Λογγοβάρδων» του Paul the Deacon (Παύλου Διακόνου) διαβάζουμε:
«Ο Τιβέριος (578-582) έγινε ο πεντηκοστός αυτοκράτορας των Ρωμαίων» (με πρώτο τον Αύγουστο -ΙΙΙ, 12).
«ο Ηράκλειος, γιος του Ηρακλειώνα, ανέλαβε την κυβέρνηση του Ρωμαϊκού κράτους» (IV, 36)
«Ο Κωνσταντίνος (Δ΄ ο Πωγωνάτος, 668-685) βασίλεψε στους Ρωμαίους για δεκαεφτά χρόνια» (V, 30).
Σε άλλο σημείο όμως, οι Κωνσταντινουπολίτες που εκστράτευσαν στην Ιταλία, αναφέρονται για πρώτη φορά ως Γραικοί (Graeci). (V, 7-11).
O επίσημoς τίτλος των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης ήταν«Εν Χριστώ τω Θεώ Πιστός Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων».
περ. 830: Ο Einhard, βιογράφος του Καρλομάγνου, αποκαλεί τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄ «αυτοκράτορα Γραικών» και την αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης «Γραικική». Ήδη οι Φράγκοι έχουν καθιερώσει τα ονόματα αυτά για τους Κωνσταντινουπολίτες.
μέσα 9ου αι: Ο Νικόλαος Α΄ (858-867) είναι ο πρώτος Πάπας ο οποίος σε επιστολή του αποκαλεί τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Imperator Graecorum (αυτοκράτορα Γραικών) και όχι Romanorum (Ρωμαίων). Η ίδια αλλαγή παρατηρείται και στο Liber Pontificalis (επίσημο βιβλίο των Παπών της Ρώμης).
Το 871, ο Φράγκος ηγεμόνας Λουδοβίκος Β', σε επιστολή του, προσφωνεί το Βασίλειο Α΄ «Αυτοκράτορα της Νέας Ρώμης». Στην επιστολή αυτή προβάλλει την ιδέα ότι πραγματικός αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν αυτός που κατείχε την Παλαιά Ρώμη. Ανάμεσα στα άλλα γράφει: «Εχουμε λάβει την διοίκηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ένεκα της Ορθοδοξίας μας. Οι Γραικοί έχουν παύσει να είναι αυτοκράτορες των Ρωμαίων λόγω της κακοδοξίας τους. Οχι μόνον εγκατέλειψαν την Πόλη (της Ρώμης) και την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, αλλά επιπλέον έχουν εγκαταλείψει την ρωμαϊκή εθνικότητα, ακόμη και την λατινική γλώσσα. Εχουν μεταναστεύσει σε μιαν άλλη πρωτεύουσα και προσλάβει μια τελείως διαφορετική εθνικότητα και γλώσσα.»
Έκτοτε, σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι Δυτικοί ονόμαζαν τo κράτος των Ρωμαίων Γραικία (Graecia), τον αυτοκράτορα Imperator Graecorum (ενίοτε και με τα πιο ευγενικά Constantinopolitanus ή Novae Romae ή Romaeorum), και την Ανατολική Εκκλησία των Ρωμαίων Γραικική.
Το όνομα Graecus απέκτησε προσβλητικό περιεχόμενο και σήμαινε τον μη γνήσιο Ρωμαίο και παράλληλα τον μη γνήσιο χριστιανό, τον αιρετικό (σύμφωνα με την κοσμοθεωρία της εποχής, η έννοια της «αυθεντικής» Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προϋπέθετε την έννοια της «αυθεντικής» χριστιανικής πίστης και το αντίστροφο).
1204-1261: Μετά την Άλωση του 1204, οι Φράγκοι ονομάζουν το λατινικό πλέον κράτος της Κωνσταντινούπολης «Imperium Romaniae» (αυτοκρατορία της Ρωμανίας). Πρόκειται για ένα όνομα (Ρωμανία) το οποίο επί αιώνες χρησιμοποιούσαν οι Ανατολικοί για το δικό τους κράτος.
1562: Όπως είναι γνωστό, ο Γερμανός Hieronymus Wolf με την έκδοση του «Corpus Historiae Byzantinae», εισάγει για πρώτη φορά στη δυτική ιστοριογραφία τους όρους «Βυζάντιο» και «Βυζαντινή ιστορία». Προηγουμένως, μόνο η Παπική εκκλησία αποκαλούσε ενίοτε την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης «Byzansena». Τα ονόματα Βυζάντιο και Βυζαντινοί προσέλαβαν την ίδια υποτιμητική σημασία των ονομάτων Graecia και Graeci.
Τον ίδιο χρόνο στη Βασιλεία της Ελβετίας, η «Ρωμαϊκή ιστορία» των ετών 1204-1359, του Νικηφόρου Γρηγορά, μεταφράζεται ως εξής: «Νicephori Gregorae, Romana, hoc est (δηλαδή) Byzantina Historia»!
Μια έμπρακτη απόδειξη του τρόπου με τον οποίο η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετατράπηκε σε Βυζαντινή. Στον τίτλο διαβάζουμε: «Νικηφόρου Γρηγορά, Ρωμαϊκής, δηλαδή Βυζαντινής Ιστορίας Βιβλία 11».Την ίδια πρακτική ακολουθούν όμως και οι Νεοέλληνες. Συνήθως όταν χρησιμοποιούν το όνομα Ρωμαίοι, αναφερόμενοι στη μεσαιωνική περίοδο, το βάζουν σε εισαγωγικά και προσθέτουν την απαραίτητη διευκρίνηση: Βυζαντινοί.16ος-17ος αι: Η μεσαιωνική ονομασία «Imperium Graecum» εξακολουθεί να υφίσταται. Ο Γάλλος Montaigne (1533-1592) χρησιμοποιεί τον όρο «Empire Grec».
Το 1648 εκδίδεται η «Βυζαντίδα» του Λούβρου (De Byzantinae Historiae Scriptoribus...).
To όνομα Βυζάντιο επικρατεί οριστικά μετά και την έκδοση της «Historia Byzantina» του Καρόλου Du Gange (1680).
18oς-20ος αι: Πολλοί ιστορικοί δεν ικανοποιούνται με την καθιερωμένη πλέον ονομασία «Βυζαντινή αυτοκρατορία» και αναζητούν άλλα, πιο ταιριαστά ονόματα:
- Ανατολική αυτοκρατορία (Anselmus Banduri)
- Μεταγενέστερη αυτοκρατορία (Βus empire, Κάρολος Le Beau)
- Ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Εd. Gibbon, J. Bury κ.α.)
- Ρωμαϊκό κράτος του Ελληνικού Έθνους (Aug. Heisenberg)
- Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (Cyril Mango)
Ο George Finley διαιρεί την «Ιστορία της Ελλάδας (146 π.Χ. - 1864)» σε περιόδους:
146 π.Χ. - 716: Greece under Romans
716 - 1453: History of the Byzantine and Greek Empires
...
Δηλαδή το 716 μ.Χ. οι Ρωμαίοι γίνονται ξαφνικά Βυζαντινοί!
Στην Ελλάδα: Τον όρο «Βυζαντινή ιστορία» τον χρησιμοποίησε πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής (Πρόδρομος Ελληνικής Βιβλιοθήκης, σ. 67, 1805) και τον καθιέρωσε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος με το βιβλίο του «Βυζαντιναί Μελέται» (1857).
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο εθνικός μας ιστορικός, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, δεν δεχόταν το όνομα «Βυζαντινή αυτοκρατορία» και προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να καθιερώσει τον τίτλο «Ελληνική Αυτοκρατορία των Μέσων Χρόνων». Χαρακτηριστικά γράφει: «...η δε προσηγορία των Βυζαντινών επενοήθη υπό των Δυτικών, από των οποίων παρελάβομεν ημείς οι νεώτεροι άχρι τούδε. Πρέπει άραγε να εξακολουθήσωμεν μεταχειριζόμενοι αυτήν; Εν πρώτοις συνδέεται μετά χλευαστικών και περιφρονητικών εκδοχών, αίτινες τοσούτον μετ' αυτής συνεπάγησαν, ώστε είναι σχεδόν αδύνατον να χωρισθώσιν απ' αυτής. Και έπειτα δεν ηξεύρω διατί να ονομάσωμεν την μεγάλην εκείνην και ένδοξον περίοδον του Ελληνισμού δια προσηγορίας ξενικής, ην ουδέποτε απεδέχθησαν αι τότε γενεαί...» [Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γ΄, σ. 19 κ.ε.]
Μόνο που «οι τότε γενεές» δεν αποδέχτηκαν ούτε την προσηγορία «ελληνική αυτοκρατορία»...
Ένα ακόμα τρανταχτό παράδειγμα της παραποίησης του ιστορικού ονόματος της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: στην αγγλική έκδοση του έργου του Άραβα ιστορικού Ibn Khaldun («An Arab Philosophy of History, Selections from The Prolegomena of Ibn Khaldun of Tunis, 1332-1406»), το αραβικό όνομα Ρουμ (Ρωμαίος) μεταφράζεται Roman μέχρι την εποχή του Ηρακλείου (610-641) και Byzantine μετά τον Ηράκλειο!!!
Το κερασάκι βέβαια είναι ότι η ανταγωνίστρια της ανατολικής αυτοκρατορίας στο ζήτημα της ρωμαϊκής ονομασίας και κληρονομιάς, η αυτοκρατορία των Φράγκων και των Γερμανών, εξακολουθεί να ονομάζεται κανονικά «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία». Αυτό είναι κανόνας σε όλα τα ιστορικά βιβλία της Ευρώπης και της νεότερης Ελλάδας, η οποία ακολουθεί τυφλά σε πολλά θέματα την ευρωπαϊκή οπτική. Και όχι μόνο αυτό αλλά και το κράτος των Σελτζούκων Τούρκων στη Μικρά Ασία ονομάζεται «Σουλτανάτο του Ρουμ» και το λατινικό κράτος της Κωνσταντινούπολης ονομάζεται «Αυτοκρατορία της Ρωμανίας». Το κράτος όμως που ήταν η οργανική συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και η πραγματική Ρωμανία, είναι πλέον γνωστό σαν «Βυζάντιο» και «Βυζαντινή αυτοκρατορία»...
Οι μυθικοί Ελλένηδες και οι Έλληνες του '21
Τα παρακάτω αποσπάσματα (με τα πλάγια γράμματα) είναι παρμένα από δύο πολύ σημαντικά κείμενα του σπουδαίου καθηγητή Ιωάννη Κακριδή. Πρόκειται για το γνωστό βιβλίο του «Οι Αρχαίοι Έλληνες στην Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση» που εξακολουθεί να κάνει ιδιαίτερη αίσθηση και για ένα παλαιότερο άρθρο του με τίτλο «Αρχαίοι Έλληνες και Έλληνες του Εικοσιένα», το οποίο παρουσιάζει μια άγνωστη στους περισσότερους διάσταση της ιστορίας της εθνικής μας ονομασίας και, σε περαιτέρω ανάλυση, θίγει το ευαίσθητο ζήτημα της ίδιας μας της ταυτότητας.

Οι μυθικοί Έλληνες
Είναι γνωστό ότι κατά τη βυζαντινή εποχή το όνομα Έλληνες είχε πάρει αρνητικό περιεχόμενο καθώς συνδεόταν με την αρχαία θρησκεία. Οι ελληνόφωνοι χριστιανοί της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (γνωστής σήμερα ως βυζαντινής) αντί για Έλληνες ονομάζονταν Ρωμαίοι και σπανιότερα Γραικοί. Ενώ όμως η Εκκλησία έβλεπε πάντοτε τους παλαιούς Έλληνες σαν ειδωλολάτρες, η λαϊκή αντίληψη, μέσα στο βάθος του χρόνου, τους προσέδωσε νέες διαστάσεις και οι παραδόσεις για την εποχή τους και τα έργα τους τυλίχθηκαν με το πέπλο του μύθου.
Σύμφωνα με τον Ι. Κακριδή σε αυτό συνετέλεσαν το πλήθος των μνημείων και των ερειπίων που υπήρχαν διάσπαρτα σε όλο τον ελληνικό κόσμο σαν ανάμνηση από εκείνη τη μακρινή εποχή, οι παραδόσεις για τα κατορθώματά τους και αργότερα το ενδιαφέρον των ξένων περιηγητών για τα αρχαία μνημεία, που ερέθιζε τη λαϊκή φαντασία.
«Το παλιό όνομα των Ελλήνων κρατήθηκε, μα ό,τι λεγόταν για το παρουσιαστικό τους και τη ζωή τους, δεν είχε σχέση με την πραγματική ιστορία των αρχαίων Ελλήνων. Δεν ήταν ιστορία, ήταν μυθοπλαστία, γεμάτη φανταστικά θέματα».
Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ελληνικού κόσμου, από την Ήπειρο και τη Μακεδονία ως την Κρήτη και την Κύπρο, εντοπίζονται οι ιστορίες για τους Ελλήνους ή Ελλένηδες ή Ελληνάδες και τις Ελλήνισσες και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι διατηρήθηκαν μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Όλες αυτές οι διηγήσεις παρουσιάζουν τους Έλληνες σαν υπεράνθρωπους και γίγαντες και πολλές φορές τους αντιμετωπίζουν αρνητικά.
Να ορισμένες από αυτές:
«Μια γριά Αντριώτισσα που ήξερε παλιές ιστορίες έλεγε πως οι γενιές των ανθρώπων ήταν τέσσερις. Πρώτα έζησαν οι Δράκοι, έπειτα οι αλλόπιστοι Έλληνες, ύστερα οι Βενετσιάνοι και ύστερα οι Τούρκοι.» (Άνδρος, 19ος αι.)
«Όταν θέλουν να μιλήσουν για κάτι που έγινε σε πολύ παλιά χρόνια, χρησιμοποιούν την έκφραση "από τον καιρό των Ελλήνων"». (Σφακιά, 19ος αι.)
Από διάλογο ενός περιηγητή με μια γριά εκκλησιάρισσα στην Τσαριτσάνη Τυρνάβου (19ος αι.):
«Τι, φώναξε, εσύ δεν πιστεύεις για τους Έλληνες πως έζησαν; Μα ήταν γίγαντες, τόσο ψηλοί, που όταν έπεφταν, δε μπορούσαν πια να σηκωθούν, γι' αυτό και χάθηκαν». Καθώς δεν έδειχνα να την πιστεύω, η γριά συνέχισε: «Αυτοί οι Έλληνες ήταν πιο παλιοί από τον Αδάμ. Στα χρόνια εκείνα ζούσαν και άνθρωποι τόσο μικροί, που όταν έπεφταν μέσα στο φαγητό τους, την πάθαιναν σαν τις μύγες, όταν πέφτουν μέσα σε λίγο γάλα. Έτσι χάθηκαν και αυτοί. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, μια φορά όλα τούτα που σού λέω τα βρίσκεις στο Ευαγγέλιο!»
«Στα χρόνια τα παλιά ζούσαν στα μέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι Έλληνες. Αυτοί έχτισαν το κάστρο μας. Τις μεγάλες βαριές πέτρς που βλέπεις εκεί τις κουβαλούσαν με τα χέρια τους. Οι Έλληνες δεν έμοιαζαν με τους σημερινούς ανθρώπους. Ήταν ψηλοί σαν τα κυπαρίσσια». (Θεσπρωτία, 20ος αι.)
«Οι Έλληνες χαθήκαν όλοι όταν κάποτ' έπεσε πείνα μεγάλη στη γη. Τότε καθένας τους έπαιρνε λίγες τροφές και έμπαινε στον τάφο του, για να βρεθεί θαμμένος, όταν οι τροφές του θα τελείωναν και θα πέθαινε». (Σφακιά, 20ος αι.)
«Παλιόν καιρό οι-γι-αθρώποι ήταν πολύ μεγάλοι. Μεγαλύτεροι απ' όλους ήταν οι Ελλένηδες. Αυτοί ήταν κακοί αθρώποι. Γι' αυτό ο Θεός έστειλε κάτι κουνούπια μεγάλα με μύτες σιδερένιες και τους κυνήγαγαν». (Ήπειρος)

Ο Κακριδής επισημαίνει ότι στις περισσότερες από αυτές τις λαϊκές αφηγήσεις, δεν γίνεται λόγος για τους αρχαίους Έλληνες, αλλά για τους Έλληνες, δηλ. κάποιον άλλο λαό που έζησε στα πολύ παλιά χρόνια και δεν υπήρχε πια. Και προσθέτει:
«Ο λαός δε θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, αφού στους Έλληνες έδινε υπερφυσικές δυνάμεις και τοποθετούσε την ακμή τους ακόμα και πριν τον Αδάμ. Και όταν όμως ο Κορνάρος, στον 17ο ακόμα αιώνα, ανοίγει την ιστορία του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας με τους στίχους (Α, 19-20):
«Τσι περαζούμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα
κι οπού δεν είχε η πίστη ντως θεμέλιο μηδέ ρίζα»
μας δηλώνει έμμεσα αλλά απαρεξήγητα, πως ούτε τον εαυτό του ούτε τους συγχρόνους του τούς λογάριαζε Έλληνες.»
Έλληνες και 1821
«Με αυτή τη μυθική πίστη για τους Έλληνες μπαίνει ο λαός στον Αγώνα. Και ξαφνικά, από την πρώτη κιόλας μέρα, ακούει πως και αυτός είναι Έλληνας. Τον βεβαιώνουν οι αρχηγοί του, το βροντοφωνάζει κάθε στιγμή ο Κολοκοτρώνης, οι ξένοι από τα πέρατα του κόσμου μιλούν για τη νεκρανάσταση των Ελλήνων. Ο ταπεινωμένος αιώνες τώρα ραγιάς είναι λοιπόν, ίδια φυλή και φύτρα με τους αντρειωμένους Έλληνες; Αυτός ο μυθικός κόσμος των αθάνατων Ελλήνων ήταν λοιπόν τόσο δικός του και δεν το ήξερε; Η ψυχή του απλού, ταπεινού αγωνιστή βρίσκει ξαφνικά ένα στήριγμα από τα πιο μεγάλα - έναν μύθο. Οι ιστορίες για τους Έλληνες που ξέρει και που του μιλούν για πηδήματα από βουνό σε βουνό, για παραβγέματα στο λιθάρι με μυλόπετρες, για αντραγαθίες υπεράνθρωπες -όλες αυτές δίνουν τώρα νόημα στο δικό του μεγάλο έργο, του δίνουν ένα ιδανικό παλικαριάς και αξιοσύνης, που πρέπει να αγωνιστεί να το φτάσει.»
«Τον αρχαίο ελληνικό κόσμο που ο κλέφτης του 1800 ούτε την ύπαρξή του υποπτευόταν, ο αγωνιστής του 1821 τον ήξερε, όπως και το βαθύ δέσιμο που ένωνε το σύγχρονο επαναστατημένο γένος με το γένος των Ελλήνων. Δεν μιλώ για τους φωτισμένους πνευματικούς και πολιτικούς αρχηγούς. Μιλώ για τον αμόρφωτο, ανώνυμο, ταπεινό λαό. Και αυτός ξέρει τώρα πως δεν είναι πια ούτε Ρωμιός, ούτε Γραικός. Είναι Έλληνας από την παλιά δοξασμένη φύτρα. Και κάτι άλλο: Διαβάζοντας τα κείμενα του Αγώνα βλέπουμε πως την εποχή εκείνη το όνομα Έλληνες χαρακτηρίζει μόνο τον επαναστατημένο λαό. Σαν να έχει αυτός μόνο δικαίωμα να κληρονομήσει ένα όνομα τόσο βαρύ από δόξα. Πριν, όσο έμενε ραγιάς, ήταν Ρωμιός και Γραικός, από τη στιγμή όμως που παίρνει το καριοφίλι στο χέρι, αλλάζει και γίνεται Έλληνας. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι ο Μακρυγιάννης στο πρώτο κεφάλαιο του έργου του, όταν αναφέρεται στα προεπαναστατικά χρόνια και στις παραμονές του Αγώνα, μιλά για Ρωμιούς και μόνο για Ρωμιούς, από το δεύτερο όμως κεφάλαιο και κάτω, όταν μπαίνει και ο ίδιος στον Αγώνα, μιλά για Έλληνες και μόνο για Έλληνες.»
Ο Κακριδής αναφέρει και άλλα σχετικά παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι αρχικά Έλληνες (δηλ. Ήρωες) αποκαλούνταν μόνο όσοι σήκωσαν τα όπλα κατά των Τούρκων:
«Στις 4 Αυγούστου 1821 οι ομογενείς της Οδυσσού στέλνουν επιστολή στον Τσάρο για να βοηθήσει τους επαναστατημένους Ορθόδοξους Έλληνες. Οι ίδιοι όμως υπογράφουν «εν Οδησσώ σεσωσμένοι Γραικοί» Αυτοί που είναι έξω από τον Αγώνα δεν τολμούν να ειπωθούν Έλληνες!»
Γράμμα του Κολοκοτρώνη στον τούρκο Κεχαγιά μετά τη νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι: «Μανθάνω ότι κάνεις προσκυνοχάρτια εις τους Ρωμαίους, Δεν είναι καιρός τώρα δια τους Τούρκους να δίνεις προσκυνοχάρτια, αλλά είναι των Ελλήνων καιρός να δίνουν εις τους Τούρκους.»
«Ένας παπάς από τα χωριά της Θήβας ήταν φίλος των Τούρκων πολύ αγαπημένος. Κι έκανε τον άγιον εις τους Ρωμαίους και πήγαινε σε όλα τα ορδιά και πολιτείες και νησιά κι έβλεπε και μάθαινε όλα τα μυστικά των Ελλήνων και πήγαινε και τα πρόδωνε των Τούρκων.» [Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα]
Στα δύο παραπάνω αποσπάσματα Ρωμαίοι είναι ο άμαχος πληθυσμός και Έλληνες οι αγωνιστές.
«Ο Κολοκοτρώνης δεν προσφωνούσε τους στρατιώτες του μόνο με το Έλληνες.
«Έννοια σας Έλληνές μου, δεν εσώθηκαν οι Τούρκοι. Πίσω είναι οι πασάδες και έχουν περισσότερα πλούτη. Το εδικόν σας μερίδιο είναι πίσω, ήρωές μου!»» [Φωτάκος, Απομνημονεύματα]
«Την ώρα που εξελίσσεται η μάχη στα Δερβενάκια, ο Κολοκοτρώνης συναντά ένα βοσκό και του φωνάζει «Βρε Έλληνα! Τι στέκεις έτσι; Πήγαινε και συ να σκοτώσεις Τούρκους!» Όταν αργότερα ο βοσκός του παρουσιάζεται αρματωμένος με τα όπλα των εχθρών που σκότωσε, του λέει: «Εύγε σου, Έλληνά μου!»» [Φωτάκος, Απομνημονεύματα]
«Επιστολή του Ήβου Ρήγα στις 25 Νοεμβρίου 1821 προς τους στρατηγούς Βαρνακιώτη, Μπακόλα, κ.α.: «Αύριον, μεθαύριον, όταν σας παρουσιασθή ένας από αυτούς και σας εύρη όλους άνδρας Έλληνας και όχι ωσάν τους ανάνδρους και κακορίζικους Μωραΐτες» Η σύζευξη του Έλληνες με το άνδρες και η αντίθεσή του με το Μωραΐτες δείχνει πως το όνομα εδώ χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του «γενναίος» και όχι ως εθνικό.»
«Έτσι μόνο θα εξηγήσουμε και ορισμένες στερεότυπες εκφράσεις στα διάφορα κείμενα της εποχής («μπατάγια πεισματώδης, ελληνική», «ντουφέκι ελληνικόν»). Το «ελληνική» θα ήταν αδιανόητο αν δε σήμαινε αντρειωμένη».
Και καταλήγει ο Κακριδής:
«Έτσι μόνο μπορούμε, πιστεύω, να εξηγήσουμε, γιατί το όνομα Έλληνες απλώνει αμέσως και γίνεται πρόθυμα αποδεχτό από το αναγεννημένο έθνος. Έτσι θα εξηγήσουμε γιατί το Έλληνες κρατιέται μόνο για τους αγωνιστές και συνοδεύεται πάντα από έναν αέρα λεβεντιάς και παλικαριάς. [...]
Σιγά-σιγά θα γίνει η μετάβαση από το μύθο στην Ιστορία. Από τους αρχηγούς, τους μορφωμένους, τους δασκάλους, θα μάθουν πως οι Έλληνες, κι αν δεν είχαν υπεράνθρωπες ικανότητες, ήταν λαός από τους πιο αντρειωμένους. Η άλωση της Τροίας, η νίκη κατά των Περσών στο Μαραθώνα, Θερμοπύλες, Σαλαμίνα, έγιναν το πρότυπο της πολεμικής αρετής, όπως ακριβώς και στην αρχαία Ελλάδα.»
Ψύχραιμες και σοβαρές μελέτες, όπως αυτές του Κακριδή, επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα του κατά πόσον το σχήμα της αδιάρρηκτης τρίσημης ενότητας του ελληνισμού (αρχαίου, μεσαιωνικού και νεότερου) ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα ή πρόκειται απλά για ένα ιδεολόγημα.
Πηγές
1. Ιωάννης Κακριδής, Αρχαίοι Έλληνες και Έλληνες του Εικοσιένα, στον τόμο Φως Ελληνικό, Εστία, 1963
2. Ιωάννης Κακριδής, Οι Αρχαίοι Έλληνες στη Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1978

Οι μυθικοί Έλληνες
Είναι γνωστό ότι κατά τη βυζαντινή εποχή το όνομα Έλληνες είχε πάρει αρνητικό περιεχόμενο καθώς συνδεόταν με την αρχαία θρησκεία. Οι ελληνόφωνοι χριστιανοί της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (γνωστής σήμερα ως βυζαντινής) αντί για Έλληνες ονομάζονταν Ρωμαίοι και σπανιότερα Γραικοί. Ενώ όμως η Εκκλησία έβλεπε πάντοτε τους παλαιούς Έλληνες σαν ειδωλολάτρες, η λαϊκή αντίληψη, μέσα στο βάθος του χρόνου, τους προσέδωσε νέες διαστάσεις και οι παραδόσεις για την εποχή τους και τα έργα τους τυλίχθηκαν με το πέπλο του μύθου.
Σύμφωνα με τον Ι. Κακριδή σε αυτό συνετέλεσαν το πλήθος των μνημείων και των ερειπίων που υπήρχαν διάσπαρτα σε όλο τον ελληνικό κόσμο σαν ανάμνηση από εκείνη τη μακρινή εποχή, οι παραδόσεις για τα κατορθώματά τους και αργότερα το ενδιαφέρον των ξένων περιηγητών για τα αρχαία μνημεία, που ερέθιζε τη λαϊκή φαντασία.
«Το παλιό όνομα των Ελλήνων κρατήθηκε, μα ό,τι λεγόταν για το παρουσιαστικό τους και τη ζωή τους, δεν είχε σχέση με την πραγματική ιστορία των αρχαίων Ελλήνων. Δεν ήταν ιστορία, ήταν μυθοπλαστία, γεμάτη φανταστικά θέματα».
Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ελληνικού κόσμου, από την Ήπειρο και τη Μακεδονία ως την Κρήτη και την Κύπρο, εντοπίζονται οι ιστορίες για τους Ελλήνους ή Ελλένηδες ή Ελληνάδες και τις Ελλήνισσες και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι διατηρήθηκαν μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Όλες αυτές οι διηγήσεις παρουσιάζουν τους Έλληνες σαν υπεράνθρωπους και γίγαντες και πολλές φορές τους αντιμετωπίζουν αρνητικά.
Να ορισμένες από αυτές:
«Μια γριά Αντριώτισσα που ήξερε παλιές ιστορίες έλεγε πως οι γενιές των ανθρώπων ήταν τέσσερις. Πρώτα έζησαν οι Δράκοι, έπειτα οι αλλόπιστοι Έλληνες, ύστερα οι Βενετσιάνοι και ύστερα οι Τούρκοι.» (Άνδρος, 19ος αι.)
«Όταν θέλουν να μιλήσουν για κάτι που έγινε σε πολύ παλιά χρόνια, χρησιμοποιούν την έκφραση "από τον καιρό των Ελλήνων"». (Σφακιά, 19ος αι.)
Από διάλογο ενός περιηγητή με μια γριά εκκλησιάρισσα στην Τσαριτσάνη Τυρνάβου (19ος αι.):
«Τι, φώναξε, εσύ δεν πιστεύεις για τους Έλληνες πως έζησαν; Μα ήταν γίγαντες, τόσο ψηλοί, που όταν έπεφταν, δε μπορούσαν πια να σηκωθούν, γι' αυτό και χάθηκαν». Καθώς δεν έδειχνα να την πιστεύω, η γριά συνέχισε: «Αυτοί οι Έλληνες ήταν πιο παλιοί από τον Αδάμ. Στα χρόνια εκείνα ζούσαν και άνθρωποι τόσο μικροί, που όταν έπεφταν μέσα στο φαγητό τους, την πάθαιναν σαν τις μύγες, όταν πέφτουν μέσα σε λίγο γάλα. Έτσι χάθηκαν και αυτοί. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, μια φορά όλα τούτα που σού λέω τα βρίσκεις στο Ευαγγέλιο!»
«Στα χρόνια τα παλιά ζούσαν στα μέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι Έλληνες. Αυτοί έχτισαν το κάστρο μας. Τις μεγάλες βαριές πέτρς που βλέπεις εκεί τις κουβαλούσαν με τα χέρια τους. Οι Έλληνες δεν έμοιαζαν με τους σημερινούς ανθρώπους. Ήταν ψηλοί σαν τα κυπαρίσσια». (Θεσπρωτία, 20ος αι.)
«Οι Έλληνες χαθήκαν όλοι όταν κάποτ' έπεσε πείνα μεγάλη στη γη. Τότε καθένας τους έπαιρνε λίγες τροφές και έμπαινε στον τάφο του, για να βρεθεί θαμμένος, όταν οι τροφές του θα τελείωναν και θα πέθαινε». (Σφακιά, 20ος αι.)
«Παλιόν καιρό οι-γι-αθρώποι ήταν πολύ μεγάλοι. Μεγαλύτεροι απ' όλους ήταν οι Ελλένηδες. Αυτοί ήταν κακοί αθρώποι. Γι' αυτό ο Θεός έστειλε κάτι κουνούπια μεγάλα με μύτες σιδερένιες και τους κυνήγαγαν». (Ήπειρος)

Ο Κακριδής επισημαίνει ότι στις περισσότερες από αυτές τις λαϊκές αφηγήσεις, δεν γίνεται λόγος για τους αρχαίους Έλληνες, αλλά για τους Έλληνες, δηλ. κάποιον άλλο λαό που έζησε στα πολύ παλιά χρόνια και δεν υπήρχε πια. Και προσθέτει:
«Ο λαός δε θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, αφού στους Έλληνες έδινε υπερφυσικές δυνάμεις και τοποθετούσε την ακμή τους ακόμα και πριν τον Αδάμ. Και όταν όμως ο Κορνάρος, στον 17ο ακόμα αιώνα, ανοίγει την ιστορία του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας με τους στίχους (Α, 19-20):
«Τσι περαζούμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα
κι οπού δεν είχε η πίστη ντως θεμέλιο μηδέ ρίζα»
μας δηλώνει έμμεσα αλλά απαρεξήγητα, πως ούτε τον εαυτό του ούτε τους συγχρόνους του τούς λογάριαζε Έλληνες.»
Έλληνες και 1821
«Με αυτή τη μυθική πίστη για τους Έλληνες μπαίνει ο λαός στον Αγώνα. Και ξαφνικά, από την πρώτη κιόλας μέρα, ακούει πως και αυτός είναι Έλληνας. Τον βεβαιώνουν οι αρχηγοί του, το βροντοφωνάζει κάθε στιγμή ο Κολοκοτρώνης, οι ξένοι από τα πέρατα του κόσμου μιλούν για τη νεκρανάσταση των Ελλήνων. Ο ταπεινωμένος αιώνες τώρα ραγιάς είναι λοιπόν, ίδια φυλή και φύτρα με τους αντρειωμένους Έλληνες; Αυτός ο μυθικός κόσμος των αθάνατων Ελλήνων ήταν λοιπόν τόσο δικός του και δεν το ήξερε; Η ψυχή του απλού, ταπεινού αγωνιστή βρίσκει ξαφνικά ένα στήριγμα από τα πιο μεγάλα - έναν μύθο. Οι ιστορίες για τους Έλληνες που ξέρει και που του μιλούν για πηδήματα από βουνό σε βουνό, για παραβγέματα στο λιθάρι με μυλόπετρες, για αντραγαθίες υπεράνθρωπες -όλες αυτές δίνουν τώρα νόημα στο δικό του μεγάλο έργο, του δίνουν ένα ιδανικό παλικαριάς και αξιοσύνης, που πρέπει να αγωνιστεί να το φτάσει.»
«Τον αρχαίο ελληνικό κόσμο που ο κλέφτης του 1800 ούτε την ύπαρξή του υποπτευόταν, ο αγωνιστής του 1821 τον ήξερε, όπως και το βαθύ δέσιμο που ένωνε το σύγχρονο επαναστατημένο γένος με το γένος των Ελλήνων. Δεν μιλώ για τους φωτισμένους πνευματικούς και πολιτικούς αρχηγούς. Μιλώ για τον αμόρφωτο, ανώνυμο, ταπεινό λαό. Και αυτός ξέρει τώρα πως δεν είναι πια ούτε Ρωμιός, ούτε Γραικός. Είναι Έλληνας από την παλιά δοξασμένη φύτρα. Και κάτι άλλο: Διαβάζοντας τα κείμενα του Αγώνα βλέπουμε πως την εποχή εκείνη το όνομα Έλληνες χαρακτηρίζει μόνο τον επαναστατημένο λαό. Σαν να έχει αυτός μόνο δικαίωμα να κληρονομήσει ένα όνομα τόσο βαρύ από δόξα. Πριν, όσο έμενε ραγιάς, ήταν Ρωμιός και Γραικός, από τη στιγμή όμως που παίρνει το καριοφίλι στο χέρι, αλλάζει και γίνεται Έλληνας. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι ο Μακρυγιάννης στο πρώτο κεφάλαιο του έργου του, όταν αναφέρεται στα προεπαναστατικά χρόνια και στις παραμονές του Αγώνα, μιλά για Ρωμιούς και μόνο για Ρωμιούς, από το δεύτερο όμως κεφάλαιο και κάτω, όταν μπαίνει και ο ίδιος στον Αγώνα, μιλά για Έλληνες και μόνο για Έλληνες.»
Ο Κακριδής αναφέρει και άλλα σχετικά παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι αρχικά Έλληνες (δηλ. Ήρωες) αποκαλούνταν μόνο όσοι σήκωσαν τα όπλα κατά των Τούρκων:
«Στις 4 Αυγούστου 1821 οι ομογενείς της Οδυσσού στέλνουν επιστολή στον Τσάρο για να βοηθήσει τους επαναστατημένους Ορθόδοξους Έλληνες. Οι ίδιοι όμως υπογράφουν «εν Οδησσώ σεσωσμένοι Γραικοί» Αυτοί που είναι έξω από τον Αγώνα δεν τολμούν να ειπωθούν Έλληνες!»
Γράμμα του Κολοκοτρώνη στον τούρκο Κεχαγιά μετά τη νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι: «Μανθάνω ότι κάνεις προσκυνοχάρτια εις τους Ρωμαίους, Δεν είναι καιρός τώρα δια τους Τούρκους να δίνεις προσκυνοχάρτια, αλλά είναι των Ελλήνων καιρός να δίνουν εις τους Τούρκους.»
«Ένας παπάς από τα χωριά της Θήβας ήταν φίλος των Τούρκων πολύ αγαπημένος. Κι έκανε τον άγιον εις τους Ρωμαίους και πήγαινε σε όλα τα ορδιά και πολιτείες και νησιά κι έβλεπε και μάθαινε όλα τα μυστικά των Ελλήνων και πήγαινε και τα πρόδωνε των Τούρκων.» [Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα]
Στα δύο παραπάνω αποσπάσματα Ρωμαίοι είναι ο άμαχος πληθυσμός και Έλληνες οι αγωνιστές.
«Ο Κολοκοτρώνης δεν προσφωνούσε τους στρατιώτες του μόνο με το Έλληνες.
«Έννοια σας Έλληνές μου, δεν εσώθηκαν οι Τούρκοι. Πίσω είναι οι πασάδες και έχουν περισσότερα πλούτη. Το εδικόν σας μερίδιο είναι πίσω, ήρωές μου!»» [Φωτάκος, Απομνημονεύματα]
«Την ώρα που εξελίσσεται η μάχη στα Δερβενάκια, ο Κολοκοτρώνης συναντά ένα βοσκό και του φωνάζει «Βρε Έλληνα! Τι στέκεις έτσι; Πήγαινε και συ να σκοτώσεις Τούρκους!» Όταν αργότερα ο βοσκός του παρουσιάζεται αρματωμένος με τα όπλα των εχθρών που σκότωσε, του λέει: «Εύγε σου, Έλληνά μου!»» [Φωτάκος, Απομνημονεύματα]
«Επιστολή του Ήβου Ρήγα στις 25 Νοεμβρίου 1821 προς τους στρατηγούς Βαρνακιώτη, Μπακόλα, κ.α.: «Αύριον, μεθαύριον, όταν σας παρουσιασθή ένας από αυτούς και σας εύρη όλους άνδρας Έλληνας και όχι ωσάν τους ανάνδρους και κακορίζικους Μωραΐτες» Η σύζευξη του Έλληνες με το άνδρες και η αντίθεσή του με το Μωραΐτες δείχνει πως το όνομα εδώ χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του «γενναίος» και όχι ως εθνικό.»
«Έτσι μόνο θα εξηγήσουμε και ορισμένες στερεότυπες εκφράσεις στα διάφορα κείμενα της εποχής («μπατάγια πεισματώδης, ελληνική», «ντουφέκι ελληνικόν»). Το «ελληνική» θα ήταν αδιανόητο αν δε σήμαινε αντρειωμένη».
Και καταλήγει ο Κακριδής:
«Έτσι μόνο μπορούμε, πιστεύω, να εξηγήσουμε, γιατί το όνομα Έλληνες απλώνει αμέσως και γίνεται πρόθυμα αποδεχτό από το αναγεννημένο έθνος. Έτσι θα εξηγήσουμε γιατί το Έλληνες κρατιέται μόνο για τους αγωνιστές και συνοδεύεται πάντα από έναν αέρα λεβεντιάς και παλικαριάς. [...]
Σιγά-σιγά θα γίνει η μετάβαση από το μύθο στην Ιστορία. Από τους αρχηγούς, τους μορφωμένους, τους δασκάλους, θα μάθουν πως οι Έλληνες, κι αν δεν είχαν υπεράνθρωπες ικανότητες, ήταν λαός από τους πιο αντρειωμένους. Η άλωση της Τροίας, η νίκη κατά των Περσών στο Μαραθώνα, Θερμοπύλες, Σαλαμίνα, έγιναν το πρότυπο της πολεμικής αρετής, όπως ακριβώς και στην αρχαία Ελλάδα.»
Ψύχραιμες και σοβαρές μελέτες, όπως αυτές του Κακριδή, επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα του κατά πόσον το σχήμα της αδιάρρηκτης τρίσημης ενότητας του ελληνισμού (αρχαίου, μεσαιωνικού και νεότερου) ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα ή πρόκειται απλά για ένα ιδεολόγημα.
Πηγές
1. Ιωάννης Κακριδής, Αρχαίοι Έλληνες και Έλληνες του Εικοσιένα, στον τόμο Φως Ελληνικό, Εστία, 1963
2. Ιωάννης Κακριδής, Οι Αρχαίοι Έλληνες στη Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1978
«...τους της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντας»
Στο forums.gr βρήκα ένα πολύ ενδιαφέρον νήμα που δημιούργησε ο χρήστης spyscam. Το μεταφέρω αυτούσιο εδώ.
"ΤΟΣΟΥΤΟΝ Δ' ΑΠΟΛΕΛΟΙΠΕΝ Η ΠΟΛΙΣ ΗΜΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟ ΦΡΟΝΕΙΝ ΚΑΙ ΛΕΓΕΙΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΩΣΘ΄ ΟΙ ΤΑΥΤΗΣ ΜΑΘΗΤΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΓΕΓΟΝΑΣΙΝ, ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΝΟΜΑ ΠΕΠΟΙΗΚΕΝ ΜΗΚΕΤΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΔΟΚΕΙΝ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΛΕΙΣΘΑΙ ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ 'Η ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ."
Ζήτησα από τους μαθητές μου (Γ' Λυκείου) να κάνουν συντακτική ανάλυση στο παραπάνω πασίγνωστο απόσπασμα από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτους και κατόπιν να εντοπίσουν τις αντωνυμίες και να τις αντικαταστήσουν με τα αντίστοιχα ονόματα (αντωνυμία = αντί ονόματος). Είχα φροντίσει μάλιστα να τους δώσω μια μικρή εισαγωγή στον Πανηγυρικό, ώστε να μπουν πιο εύκολα στο νόημα του αποσπάσματος.
Χωρίς δυσκολία, τα παιδιά κατάλαβαν ότι το "Η ΠΟΛΙΣ ΗΜΩΝ ", καθώς και το "ΟΙ ΤΑΥΤΗΣ ΜΑΘΗΤΑΙ" αναφέρεται στην πόλη των Αθηνών. Όταν όμως έφτασαν στο "ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ", όλοι σχεδόν οι μαθητές, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, έγραψαν ότι "ΗΜΕΤΕΡΑ = ΕΛΛΗΝΙΚΗ ".
Συντακτικά και νοηματικά, τα πάντα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, εφόσον "η πόλις ημών" είναι η Αθήνα, τότε "η ημετέρα παίδευσις" δε μπορεί παρά να είναι "η παίδευσις της πόλεως ημών", συνεπώς "ΗΜΕΤΕΡΑ=ΑΘΗΝΑΪΚΗ".
[Και πράγματι, ακριβώς αυτό είναι που λέει ο Ισοκράτης, όπως μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει, ανοίγοντας μια οποιαδήποτε μετάφραση του Πανηγυρικού.]
Τί είναι αυτό που ανάγκασε τα παιδιά να παραβιάσουν τη συντακτική δομή και τη νοηματική αλληλουχία του κειμένου και να μεταπηδήσουν χωρίς προφανή λόγο από το "η Αθήνα" στο "η Ελλάδα";

Ας επιχειρήσουμε να αναλύσουμε την πολύ εύστοχη παρατήρηση του φίλου spyscam.
Μια μετάφραση του αποσπάσματος:
«Είναι δε τόσο μεγάλη η απόστασις που χωρίζει την πολιτεία μας από τους άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξι και την τέχνη του λόγου, ώστε οι μαθηταί της έχουν γίνει διδάσκαλοι των άλλων, και κατόρθωσε ώστε το όνομα των Ελλήνων να είναι σύμβολον όχι πλέον της καταγωγής αλλά της πνευματικής ανυψώσεως, και να ονομάζωνται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή».
[μετάφραση Μ. Πρωτοψάλτη, από τη σειρά "Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων", εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος]
Τι είναι αυτό που κάνει όλους εμάς σήμερα να πιστεύουμε ότι ο Ισοκράτης λέγοντας «ημετέρα παίδευσι» εννοούσε την «ελληνική παιδεία»; Γιατί λ.χ. στην είσοδο της Γενναδείου Βιβλιοθήκης δεσπόζει η επιγραφή «ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ»; Γιατί αυτή η φράση – με την ερμηνεία που της δίνεται σήμερα - χρησιμοποιείται κατά κόρον για να δηλώσει την πνευματική και οικουμενική διάσταση της ελληνικότητας;
Το κλειδί εδώ είναι η χρήση της λέξης «ημέτερη». Όταν εμείς σήμερα λέμε «η παιδεία μας» είναι φυσικό να εννοούμε την ελληνική παιδεία γιατί η κυρίαρχη συλλογική μας ταυτότητα είναι η ελληνική. Μπορεί να καταγόμαστε από διαφορετικές πόλεις ή χωριά αλλά όλοι κατοικούμε σε ένα κράτος, την Ελλάδα, και είμαστε πάνω απ΄όλα Έλληνες και μετά Αθηναίοι, Θεσσαλονικείς, Κρητικοί κ.ο.κ. (ασχέτως αν κάποιοι μπορεί να είναι τοπικιστές, δηλ. να ενδιαφέρονται περισσότερο για τα ζητήματα του τόπου τους και να βλέπουν ανταγωνιστικά κάποιες άλλες πόλεις). Στην αρχαία Ελλάδα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν υπήρχε ένα ενιαίο κράτος αλλά διάφορες πόλεις-κράτη εντελώς ανεξάρτητες και μη συνδεόμενες μεταξύ τους. Θα ήταν εντελώς άτοπος ο ισχυρισμός ότι οι αρχαίες ελληνικές πόλεις πολεμούσαν η μία την άλλη εξαιτίας ενός – ακραίου έστω – τοπικισμού.
Επομένως όταν ένας αρχαίος Αθηναίος έλεγε «η παιδεία μας» εννοούσε φυσικά την παιδεία της πόλης-κράτους του, την αθηναϊκή, και όχι μια ενιαία ελληνική παιδεία. Με τον ίδιο τρόπο όταν έλεγε «η πατρίδα μου» εννοούσε και πάλι την Αθήνα και όχι την Ελλάδα, σε αντίθεση με σήμερα που εκτός από την έννοια της ιδιαίτερης τοπικής πατρίδας υπάρχει και αυτή της κοινής εθνικής πατρίδας, της Ελλάδας.
Η παρερμηνεία της φράσης του Ισοκράτη οφείλεται λοιπόν στη διαφορετική αντίληψη που έχουμε για την «πατρίδα» και το «έθνος» σε σχέση με τους αρχαίους Έλληνες. Οι έννοιες αυτές μπορεί να πήραν νέα διάσταση στα πλαίσια του νεωτερικού έθνους-κράτους, εντούτοις όμως ο ρομαντικός μύθος της διαχρονικής και αναλλοίωτης ουσίας του ελληνικού έθνους δημιουργεί την εντύπωση ότι οι αρχαίοι τις χρησιμοποιούσαν όπως κι εμείς.
Προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων διευκρινίζω ότι το κείμενο αυτό δεν θέτει ζήτημα μη ύπαρξης μιας κοινής ελληνικής ταυτότητας κατά την αρχαιότητα (στο απόσπασμα του Ισοκράτη μάλιστα περιγράφεται καθαρά ως «κοινή καταγωγή»). Η αίσθηση όμως της κοινής ταυτότητας ήταν σίγουρα διαφορετική από αυτή που έχουμε εμείς σήμερα. Ίσως να είμασταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν δεν κάναμε λόγο για αρχαίο ελληνικό «έθνος» αλλά για αρχαίο ελληνικό «κόσμο» ή «ομοεθνία».
"ΤΟΣΟΥΤΟΝ Δ' ΑΠΟΛΕΛΟΙΠΕΝ Η ΠΟΛΙΣ ΗΜΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟ ΦΡΟΝΕΙΝ ΚΑΙ ΛΕΓΕΙΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΩΣΘ΄ ΟΙ ΤΑΥΤΗΣ ΜΑΘΗΤΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΓΕΓΟΝΑΣΙΝ, ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΝΟΜΑ ΠΕΠΟΙΗΚΕΝ ΜΗΚΕΤΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΔΟΚΕΙΝ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΛΕΙΣΘΑΙ ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ 'Η ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ."
Ζήτησα από τους μαθητές μου (Γ' Λυκείου) να κάνουν συντακτική ανάλυση στο παραπάνω πασίγνωστο απόσπασμα από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτους και κατόπιν να εντοπίσουν τις αντωνυμίες και να τις αντικαταστήσουν με τα αντίστοιχα ονόματα (αντωνυμία = αντί ονόματος). Είχα φροντίσει μάλιστα να τους δώσω μια μικρή εισαγωγή στον Πανηγυρικό, ώστε να μπουν πιο εύκολα στο νόημα του αποσπάσματος.
Χωρίς δυσκολία, τα παιδιά κατάλαβαν ότι το "Η ΠΟΛΙΣ ΗΜΩΝ ", καθώς και το "ΟΙ ΤΑΥΤΗΣ ΜΑΘΗΤΑΙ" αναφέρεται στην πόλη των Αθηνών. Όταν όμως έφτασαν στο "ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ", όλοι σχεδόν οι μαθητές, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, έγραψαν ότι "ΗΜΕΤΕΡΑ = ΕΛΛΗΝΙΚΗ ".
Συντακτικά και νοηματικά, τα πάντα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, εφόσον "η πόλις ημών" είναι η Αθήνα, τότε "η ημετέρα παίδευσις" δε μπορεί παρά να είναι "η παίδευσις της πόλεως ημών", συνεπώς "ΗΜΕΤΕΡΑ=ΑΘΗΝΑΪΚΗ".
[Και πράγματι, ακριβώς αυτό είναι που λέει ο Ισοκράτης, όπως μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει, ανοίγοντας μια οποιαδήποτε μετάφραση του Πανηγυρικού.]
Τί είναι αυτό που ανάγκασε τα παιδιά να παραβιάσουν τη συντακτική δομή και τη νοηματική αλληλουχία του κειμένου και να μεταπηδήσουν χωρίς προφανή λόγο από το "η Αθήνα" στο "η Ελλάδα";

Ας επιχειρήσουμε να αναλύσουμε την πολύ εύστοχη παρατήρηση του φίλου spyscam.
Μια μετάφραση του αποσπάσματος:
«Είναι δε τόσο μεγάλη η απόστασις που χωρίζει την πολιτεία μας από τους άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξι και την τέχνη του λόγου, ώστε οι μαθηταί της έχουν γίνει διδάσκαλοι των άλλων, και κατόρθωσε ώστε το όνομα των Ελλήνων να είναι σύμβολον όχι πλέον της καταγωγής αλλά της πνευματικής ανυψώσεως, και να ονομάζωνται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή».
[μετάφραση Μ. Πρωτοψάλτη, από τη σειρά "Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων", εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος]
Τι είναι αυτό που κάνει όλους εμάς σήμερα να πιστεύουμε ότι ο Ισοκράτης λέγοντας «ημετέρα παίδευσι» εννοούσε την «ελληνική παιδεία»; Γιατί λ.χ. στην είσοδο της Γενναδείου Βιβλιοθήκης δεσπόζει η επιγραφή «ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ»; Γιατί αυτή η φράση – με την ερμηνεία που της δίνεται σήμερα - χρησιμοποιείται κατά κόρον για να δηλώσει την πνευματική και οικουμενική διάσταση της ελληνικότητας;
Το κλειδί εδώ είναι η χρήση της λέξης «ημέτερη». Όταν εμείς σήμερα λέμε «η παιδεία μας» είναι φυσικό να εννοούμε την ελληνική παιδεία γιατί η κυρίαρχη συλλογική μας ταυτότητα είναι η ελληνική. Μπορεί να καταγόμαστε από διαφορετικές πόλεις ή χωριά αλλά όλοι κατοικούμε σε ένα κράτος, την Ελλάδα, και είμαστε πάνω απ΄όλα Έλληνες και μετά Αθηναίοι, Θεσσαλονικείς, Κρητικοί κ.ο.κ. (ασχέτως αν κάποιοι μπορεί να είναι τοπικιστές, δηλ. να ενδιαφέρονται περισσότερο για τα ζητήματα του τόπου τους και να βλέπουν ανταγωνιστικά κάποιες άλλες πόλεις). Στην αρχαία Ελλάδα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν υπήρχε ένα ενιαίο κράτος αλλά διάφορες πόλεις-κράτη εντελώς ανεξάρτητες και μη συνδεόμενες μεταξύ τους. Θα ήταν εντελώς άτοπος ο ισχυρισμός ότι οι αρχαίες ελληνικές πόλεις πολεμούσαν η μία την άλλη εξαιτίας ενός – ακραίου έστω – τοπικισμού.
Επομένως όταν ένας αρχαίος Αθηναίος έλεγε «η παιδεία μας» εννοούσε φυσικά την παιδεία της πόλης-κράτους του, την αθηναϊκή, και όχι μια ενιαία ελληνική παιδεία. Με τον ίδιο τρόπο όταν έλεγε «η πατρίδα μου» εννοούσε και πάλι την Αθήνα και όχι την Ελλάδα, σε αντίθεση με σήμερα που εκτός από την έννοια της ιδιαίτερης τοπικής πατρίδας υπάρχει και αυτή της κοινής εθνικής πατρίδας, της Ελλάδας.
Η παρερμηνεία της φράσης του Ισοκράτη οφείλεται λοιπόν στη διαφορετική αντίληψη που έχουμε για την «πατρίδα» και το «έθνος» σε σχέση με τους αρχαίους Έλληνες. Οι έννοιες αυτές μπορεί να πήραν νέα διάσταση στα πλαίσια του νεωτερικού έθνους-κράτους, εντούτοις όμως ο ρομαντικός μύθος της διαχρονικής και αναλλοίωτης ουσίας του ελληνικού έθνους δημιουργεί την εντύπωση ότι οι αρχαίοι τις χρησιμοποιούσαν όπως κι εμείς.
Προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων διευκρινίζω ότι το κείμενο αυτό δεν θέτει ζήτημα μη ύπαρξης μιας κοινής ελληνικής ταυτότητας κατά την αρχαιότητα (στο απόσπασμα του Ισοκράτη μάλιστα περιγράφεται καθαρά ως «κοινή καταγωγή»). Η αίσθηση όμως της κοινής ταυτότητας ήταν σίγουρα διαφορετική από αυτή που έχουμε εμείς σήμερα. Ίσως να είμασταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν δεν κάναμε λόγο για αρχαίο ελληνικό «έθνος» αλλά για αρχαίο ελληνικό «κόσμο» ή «ομοεθνία».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)